Mastodon
Connect with us

Τεχνολογία

Το φιάσκο του The Social Reckoning στις αίθουσες

Η νέα ταινία του Aaron Sorkin απέτυχε εμπορικά και κριτικά, αποδεικνύοντας ότι οι ταινίες για τα social media χρειάζονται όχι μόνο καλές προθέσεις αλλά και κινηματογραφική ένταση, σωστό casting και έξυπνη στρατηγική διανομής. Η αντιπαράθεσή της με το πιο κερδοφόρο μοντέλο της Blumhouse δείχνει τις τρέχουσες προτιμήσεις του κοινού.

Published

on

Το φιάσκο του The Social Reckoning στις αίθουσες

Η νέα ταινία του Aaron Sorkin, The Social Reckoning, είχε όλα τα συστατικά για να προσελκύσει κοινό και συζήτηση: γνωστό δημιουργό, πολιτικό-τεχνολογικό θέμα με άμεση κοινωνική απήχηση και ιστορία βασισμένη σε αληθινά γεγονότα. Παρ’ όλα αυτά, το πρώτο Σαββατοκύριακο στις αίθουσες αποδείχθηκε απογοητευτικό, με εισπράξεις μόλις $5.5 εκατ., ενώ το κόστος της παραγωγής εκτιμάται σε περίπου $30–42 εκατ..

Το αποτέλεσμα είναι οικονομικά ανησυχητικό για την Columbia Pictures και τη Sony, ειδικά αν το συγκρίνουμε με το αντίστοιχο ντεμπούτο του The Social Network πριν μια δεκαετία, που είχε ανοίξει με περίπου $22 εκατ.. Πέρα όμως από τα νούμερα, η αποτυχία της ταινίας αποκαλύπτει πιο βαθιά ζητήματα: πώς αντιμετωπίζει το κοινό την αφήγηση για τα social media, ποιος είναι ο ρόλος του casting, και τι σημαίνει σήμερα μια «πολιτική» ή «τεχνολογική» ταινία να πετύχει στο box office.

Πρώτες εντυπώσεις και αριθμοί στο ταμείο

Τα νούμερα του πρώτου τριημέρου λειτουργούν πάντα ως σκληρή πραγματικότητα για κάθε στούντιο. Με προϋπολογισμό που σύμφωνα με εκτιμήσεις κυμαίνεται μεταξύ $30 και $42 εκατ., η ταινία χρειάζεται πολύ περισσότερα από τα $5.5 εκατ. για να καλύψει κόστος παραγωγής, marketing και διανομής. Μια συνοπτική οδηγία στη βιομηχανία λέει ότι μια ταινία πρέπει να βγάλει περίπου διπλάσιο έως τριπλάσιο ποσό από τον προϋπολογισμό της, για να θεωρηθεί κερδοφόρα μετά τα έξοδα και τα ποσοστά διανομής.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι πρώτες εισπράξεις προδιαγράφουν ζημιά, εκτός αν η ταινία επιδείξει εξαιρετική αντοχή στις επόμενες εβδομάδες ή κάνει πολύ ισχυρή διεθνή εμφάνιση. Ωστόσο, η αρχική αντίδραση των κριτικών και του κοινού δυσχεραίνει αυτή την προοπτική: με βαθμολογία περίπου 55% στο Rotten Tomatoes, το φιλμ έχει διχάσει τους θεατές και δεν έχει καταφέρει να δημιουργήσει θετική «λαϊκή» δυναμική.

Κριτική, κοινό και η σκιά του παρελθόντος

Η κριτική υποτονικότητα δεν είναι το μόνο εμπόδιο. Υπάρχει και η δυσκολία της σύγκρισης με το παρελθόν. Το The Social Network του David Fincher και σε σενάριο του Sorkin έγινε σημείο αναφοράς για το πώς ο κινηματογράφος μπορεί να αποτυπώσει την ανατροπή της τεχνολογίας, κερδίζοντας τρία Όσκαρ και βασικό κοινό. Πολλοί θεατές περίμεναν μια «συνέχεια» σε αισθητική ή τόνο — όχι απαραίτητα μια άμεση συνέχεια της ιστορίας — αλλά το νέο φιλμ δεν προσέφερε αυτή τη συναισθηματική και στυλιστική εγγύτητα.

Συγχρόνως, η θεματολογία του—η ιστορία της whistleblower Frances Haugen και η δημοσιογραφική δουλειά του Jeff Horwitz—απαιτεί λεπτότητα και αυθεντικότητα. Πολλοί θεατές και δημοσιογράφοι θεώρησαν ότι η ταινία απομακρύνεται από την πιο σκοτεινή, αιχμηρή πλευρά της πραγματικότητας και μένει σε ένα πιο διδακτικό, μυθοπλαστικό επίπεδο, που δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες ενός «αποκαλυπτικού» φιλμ.

Το casting, οι ερμηνείες και η απουσία-κλειδί

Μια ακόμα παράμετρος που επηρέασε την υποδοχή της ταινίας είναι οι ερμηνείες και το casting. Η επιλογή της Mikey Madison για τον ρόλο της Frances Haugen και του Jeremy Allen White για τον ρόλο του Jeff Horwitz προκάλεσε ανάμεικτες αντιδράσεις. Κάποιοι θεατές δεν ένιωσαν ότι οι ερμηνείες συνδέθηκαν πλήρως με την αληθινή προσωπικότητα των πρωταγωνιστών, ενώ η ίδια η Madison έχει δηλώσει ότι το καλλιτεχνικό όραμα του σκηνοθέτη επηρέασε την αυθεντική αναπαράσταση του χαρακτήρα.

Ακόμη πιο σημαντική ήταν η απουσία του Jesse Eisenberg, ο οποίος με την ερμηνεία του ως Mark Zuckerberg στο The Social Network είχε αφήσει ανεξίτηλο στίγμα. Η μη συμμετοχή του Eisenberg έκοψε την όποια αίσθηση «συνέχειας» ή συνέχειας χαρακτήρων που θα μπορούσε να τραβήξει το παλιό κοινό. Ο Sorkin έχει δηλώσει ότι ο ηθοποιός δεν είχε καμία διάθεση να συμμετάσχει, και αυτό το κενό φαίνεται ότι κόστισε στο ενδιαφέρον των θεατών που περίμεναν ένα πνευματικό σίκουελ.

Η δύναμη του κοινωνικού σινεμά και η κουλτούρα του Twitter

Σήμερα, η επιτυχία μιας ταινίας καθορίζεται εν πολλοίς από το πώς «κυκλοφορεί» στα social media. Η συζήτηση για τα social media και την επιρροή τους είναι αυτοαναφορική: ένα φιλμ που αναλύει τις επιπτώσεις των πλατφορμών επηρεάζεται άμεσα από την ίδια αυτή πλατφόρμα. Όταν η συζήτηση στο Twitter ή το TikTok κάνει την ταινία αντικείμενο ειρωνείας ή αποδοκιμασίας, οι θεατές αποφεύγουν τις αίθουσες.

Στην περίπτωση του The Social Reckoning, οι αντιδράσεις στα social media ήταν συχνά σκληρές. Κάποιοι κατηγόρησαν την ταινία για υπεραπλούστευση, άλλοι για δραματοποίηση σε βάρος της ακρίβειας, ενώ αρκετοί την είδαν ως ακόμα ένα «ηθικοπλαστικό» προϊόν που οδηγεί στο γνωστό αίσθημα κενότητας αντί για ουσιαστική λύση. Στον ψηφιακό δημόσιο διάλογο, τέτοιες απόψεις εξαπλώνονται γρήγορα και επηρεάζουν την προτίμηση των δυνητικών θεατών.

Blumhouse και το μάθημα του οικονομικού μοντέλου

Την ίδια στιγμή, το Σαββατοκύριακο επιφύλαξε μια αντιστροφή: η ταινία τρόμου της Blumhouse, Other Mommy, απέσπασε περίπου $27.5 εκατ. — πολύ περισσότερα από την ταινία του Sorkin. Αυτή η αντίθεση δεν είναι τυχαία. Το στούντιο Blumhouse έχει οικοδομήσει ένα μοντέλο παραγωγής που βασίζεται σε σχετικά χαμηλούς προϋπολογισμούς, στοχευμένο marketing και καθαρά κινηματογραφική εμπειρία που ενθουσιάζει τους φαν του horror.

Το είδος του τρόμου τα τελευταία χρόνια αποδεικνύεται ιδανικό για κερδοφορία: μικρό κόστος παραγωγής, δυνατό μεσοπρόθεσμο «word of mouth» και ένα κοινό πρόθυμο να δει ολοζώντανες εμπειρίες στην οθόνη. Αντιθέτως, οι ταινίες με κοινωνικό ή πολιτικό στίγμα συχνά απαιτούν μεγαλύτερο budget για να πετύχουν το ίδιο μομέντουμ, και μάλιστα πρέπει να διαχειριστούν την κριτική και την πολιτική πολωσιμότητα που μπορεί να αποτρέψει στιγμιαία το κοινό.

Τι σημαίνει για τη βιομηχανία και τους δημιουργούς

Η αποτυχία στο box office είναι μια υπενθύμιση της αβεβαιότητας που κυριαρχεί στη βιομηχανία του κινηματογράφου. Για έναν δημιουργό με το όνομα του Aaron Sorkin, μια εμπορική αποτυχία δεν είναι απαραίτητα τελειωτική, αλλά επηρεάζει τις διαπραγματεύσεις με στούντιο και την ελευθερία κινήσεων σε μελλοντικά πρότζεκτ. Τα στούντιο, από την πλευρά τους, πιθανότατα θα γίνουν πιο επιφυλακτικά στο να χρηματοδοτήσουν μεγάλης κλίμακας ταινίες που σχολιάζουν την τεχνολογία και την κοινωνία, ειδικά αν η εμπορική αξία δεν αποδειχθεί άμεση.

Από την άλλη, το κοινό δείχνει προτίμηση για εμπειρίες που είτε ψυχαγωγούν είτε σοκάρουν με πρωτότυπο τρόπο. Η εμμονή με την «πολιτική» αφήγηση δεν αρκεί, αν δεν συνοδεύεται από κινηματογραφική ένταση και αυθεντικότητα στις ερμηνείες. Οι παραγωγοί που καταλαβαίνουν αυτή τη διάκριση μπορούν να προσαρμόσουν το budget, το casting και την προώθηση για να βελτιώσουν τις πιθανότητες επιτυχίας.

Τι σημαίνει για τους χρήστες

Για το ευρύ κοινό, το μάθημα είναι διπλό. Πρώτον, οι θεατές δείχνουν ότι προτιμούν να ξοδεύουν χρήματα και χρόνο σε ταινίες που προσφέρουν μια ξεκάθαρη, έντονη εμπειρία — είτε αυτή είναι τρόμος, δράση ή καλογραμμένο δράμα. Δεύτερον, δεν υπάρχει αυτόματη επιτυχία για ταινίες που απλώς «ασκούν κριτική» στα social media. Αν το φιλμ δεν καταφέρει να αποδώσει την πολυπλοκότητα του θέματος με κινηματογραφικό ενδιαφέρον, το κοινό θα επιλέξει άλλες επιλογές.

Επιπλέον, η περίπτωση αυτή υπογραμμίζει ότι οι πραγματικές ιστορίες και οι whistleblowers δεν μετατρέπονται πάντα επιτυχημένα σε θέαμα. Η εμπιστοσύνη στην ακρίβεια και στην ευθύτητα της αφήγησης είναι κρίσιμη. Οι θεατές σήμερα είναι πιο ενημερωμένοι και πιο επικριτικοί, και ζητούν από τις ταινίες να σέβονται τόσο την αλήθεια όσο και την κινηματογραφική μορφή.

Advertisement