Mastodon
Connect with us

Τεχνολογία

TIFF 2026: Vintage Violence, The Devils και το βάρος της οθόνης

Στο πλαίσιο του TIFF 2026, τρία φιλμ εξετάζουν την οθόνη ως πεδίο σύγκρουσης: από την υπερφορτωμένη σάτιρα των influencers μέχρι την αναβίωση ενός πολιτικά φορτισμένου κλασικού και ένα σπαρακτικό οικογενειακό δράμα.

Published

on

TIFF 2026: Vintage Violence, The Devils και το βάρος της οθόνης

Η πέμπτη μέρα στο TIFF 2026 έφερε μία επιλογή ταινιών που, παρά την ποικιλία τους σε εποχές και στυλ, συνδέονται γύρω από ένα κοινό θέμα: την παρουσία της οθόνης και του ψηφιακού περιβάλλοντος στη σύγχρονη ζωή και στην αφήγηση. Από την υπερβολική, αιματοβαμμένη σάτιρα του Eugene Kotlyarenko, μέχρι την επανακυκλοφορία ενός βιντεοκλασικού που εξακολουθεί να προκαλεί, και μια δύσκολη, δραματική μελέτη για το πώς τα ψηφιακά στοιχεία διαλύουν οικογένειες — οι τρεις ταινίες δίνουν αφορμή για συζήτηση τόσο για τη φόρμα όσο και για το περιεχόμενο.

Αυτή η κριτική δεν περιορίζεται στην περιγραφή της πλοκής: επιχειρεί να τοποθετήσει κάθε έργο μέσα στο ευρύτερο κινηματογραφικό και κοινωνικό πλαίσιο, να εξηγήσει τεχνικές επιλογές και να δείξει γιατί τα συγκεκριμένα φιλμ έχουν σημασία για θεατές που ζουν με οθόνες καθημερινά.

Πώς η οθόνη γίνεται χαρακτήρας στο Vintage Violence

Το Vintage Violence είναι μια ταινία που θέλει να αναπαραστήσει αυτό που πολλοί από εμάς νιώθουμε: το ασταμάτητο, μωσαϊκό πληροφοριών και ειδοποιήσεων που τρέχουν παράλληλα με τη ζωή μας. Ο σκηνοθέτης Eugene Kotlyarenko έχει ασχοληθεί παλιότερα με αυτή τη θεματική στο Spree, όπου ο πρωταγωνιστής χρησιμοποιεί livestreaming ως μέσο εγκληματικής φιλοδοξίας. Εδώ, όμως, η προσέγγιση προχωρά ένα βήμα παραπέρα: η ταινία προβάλλει μόνιμα τι κάνουν οι χαρακτήρες στα τηλέφωνά τους, δίπλα στην κεντρική κινηματογραφική δράση.

Η κεντρική φιγούρα, ο Carter που υποδύεται ο Cole Sprouse, είναι ένας «MrBeast-style» influencer που ψάχνοντας για viral περιεχόμενο ανακαλύπτει μια παρτίδα vintage Levi’s. Η διαδρομή τον οδηγεί στο Τόκιο, σε ένα περιβάλλον όπου όλοι προσπαθούν να κερδοσκοπήσουν και οι απάτες είναι η καθημερινότητα — μέχρι που η υπόθεση μπλέκει με yakuza και αιματηρές συνέπειες. Το φιλμ συνδυάζει μαύρο χιούμορ, βία και pop αισθητική, με έναν τόνο που θυμίζει, σε πιο ιδιότυπη μορφή, τον Takashi Miike.

Η πραγματική καινοτομία, ωστόσο, δεν είναι η πλοκή αλλά η φόρμα. Η ταυτόχρονη παρουσία του κινηματογραφικού κάδρου και των οθονών (text messages, livestream chat, ήχοι που ακούγονται μέσω ακουστικών) αναπαριστά την ψυχολογική εμπειρία μιας γενιάς που ζει πολυεπίπεδα. Το αποτέλεσμα είναι οπτικά υπερφορτωμένο: κάποιες στιγμές το μάτι μας πρέπει να μοιραστεί ανάμεσα σε δράση και μικρές, συχνά κοφτές, ψηφιακές πληροφορίες. Αυτό δημιουργεί μια ευθεία αίσθηση αποπροσανατολισμού — αλλά και κριτικής για την προσοχή ως εμπόρευμα.

Τεχνικές επιλογές και προβλήματα ορατότητας

Η ταυτόχρονη προβολή πολλαπλών οθονών στην οθόνη του θεάτρου δεν είναι πανάκεια. Υπάρχουν σκηνές όπου το μάτι του θεατή αποσπάται από την κεντρική δράση προσπαθώντας να διαβάσει ένα chat σε Kick ή ένα popup μήνυμα. Αυτή η πρακτική δημιουργεί ένα στοίχημα: είτε επιτυγχάνει να μας βάλει στα παπούτσια της αποσπασμένης προσοχής, είτε απλά κουράζει και εμποδίζει την παρακολούθηση.

Το φιλμ σε πολλές στιγμές αποδεικνύεται ευφυές: χρησιμοποιεί την ψηφιακή υπερπληροφόρηση για να σχολιάσει την ανοησία της στιγμιαίας φήμης και το εύθραυστο της ψηφιακής ταυτότητας. Το σενάριο δεν φοβάται την υπερβολή και η βία λειτουργεί, συχνά, σα καρικατούρα του θεάματος. Για όσους ψάχνουν μια ήρεμη, παραδοσιακή αφήγηση, το αποτέλεσμα θα μοιάζει χαοτικό· για άλλους, είναι μια λεπτή σάτιρα της εποχής των influencer και των πλατφορμών.

Ken Russell, αναβίωση και πολιτική τέχνη στο The Devils

Η επανέκδοση σε 4K του The Devils του Ken Russell ήταν μια από τις πιο ενδιαφέρουσες επανακυκλοφορίες στο φετινό φεστιβάλ. Πρώτη φορά στο 1971, η ταινία έφερε σκηνές και ιδέες που προκάλεσαν έντονη αντιπαράθεση, και η νέα κόπια μαζί με το director’s cut (με NC-17 χαρακτηρισμό) θυμίζουν πως ο κινηματογράφος μπορεί να είναι ταυτόχρονα εικαστικός, πολιτικός και ανατρεπτικός.

Η ταινία εξερευνά μια υπόθεση διωγμού και μανίας σε μια μικρή πόλη της 17ης εκατονταετίας στη Γαλλία, με κέντρο έναν ιερωμένο που γίνεται αντικείμενο πολιτικής συνωμοσίας. Η σκηνοθεσία του Russell είναι έντονα θεατρική και κινηματογραφικά πλούσια: εγκαταστάσεις, αρχιτεκτονική και αίσθηση του χώρου παίζουν ρόλο στην αίσθηση της υστερίας και του πολιτικού ρήγματος μεταξύ εκκλησίας και εξουσίας.

Σε 4K, η εικόνα αποκτά νέα ζωή. Η σκληρή αισθητική και τα ακραία οπτικά μοτίβα που κάποτε θεωρήθηκαν υπερβολικά, τώρα φαίνονται ως σκόπιμες επιλογές που εντείνουν την ένταση της αφήγησης. Το film παραμένει δύσκολο — όχι στην έννοια της πρόσβασης, αλλά στην αίσθηση που αφήνει: αμφισβήτηση, δυσφορία, και προβληματισμό για τη σχέση εξουσίας και θρησκείας.

Καθημερινός τρόμος και νομική πραγματικότητα στο Gentle Monster

Η ταινία της Marie Kreutzer, με πρωταγωνίστρια την Léa Seydoux, είναι μια πιο σκεπτική, εσωτερική προσέγγιση στη σχέση ανάμεσα στην ψηφιακή ζωή και στην οικογένεια. Η υπόθεση ξεκινά όταν η αστυνομία κατάσχει τις ψηφιακές συσκευές του πατέρα στο πλαίσιο μιας έρευνας για CSAM. Η ταινία επικεντρώνεται στην μητέρα, Lucy, και στην προσπάθειά της να αντιμετωπίσει μια αλήθεια που απειλεί να καταστρέψει τη ζωή της οικογένειας.

Η δύναμη του φιλμ έγκειται στον τρόπο που απαριθμεί, αργά αλλά σταθερά, τη διάλυση μιας καθημερινότητας: τις μικρές συνήθειες, την αίσθηση ασφάλειας που χάνεται, και τα νομικά και ψυχολογικά εμπόδια που δημιουργεί η ψηφιακή απόδειξη. Η ερμηνεία της Seydoux είναι ωμή και αδυσώπητη· δεν προσφέρει εύκολες συναισθηματικές λύσεις αλλά επιτρέπει στον θεατή να νιώσει την ασφυξία ενός ανθρώπου που προσπαθεί να κρατήσει την οικογένεια ενωμένη απέναντι σε μία απαίσια υποψία.

Η ταινία δεν στοχοποιεί απλώς το διαδίκτυο· φωτίζει το πώς οι διαδικασίες επιβολής του νόμου, οι τεχνολογίες ανάλυσης και η δημόσια κατακραυγή μπορούν να συντρίψουν ανθρώπινες ζωές ακόμα και πριν υπάρξουν τελικές αποφάσεις. Είναι μια δυσάρεστη αλλά αναγκαία υπενθύμιση της πολυπλοκότητας που φέρνουν μαζί τους οι ψηφιακές αποδείξεις.

Τι σημαίνει αυτό για τους χρήστες και τον κινηματογράφο

Οι τρεις αυτές ταινίες δείχνουν τρεις όψεις της ίδιας πραγματικότητας: η οθόνη δεν είναι πλέον απλώς εργαλείο, αλλά ένας χώρος όπου παράγεται ταυτότητα, σύγκρουση και δικαιοσύνη. Το Vintage Violence κριτικάρει την επιδίωξη της δημοσιότητας και το εύκολο θέαμα, το The Devils θυμίζει την ικανότητα του σινεμά να προκαλεί και να αμφισβητεί τα θεσμικά, ενώ το Gentle Monster αποτυπώνει τον προσωπικό και θεσμικό αντίκτυπο των ψηφιακών στοιχείων.

Για το κοινό αυτό σημαίνει προσοχή στην προσοχή: το πώς καταναλώνουμε εικόνες επηρεάζει την εμπειρία μας και την ικανότητά μας να κρίνουμε. Για τον κινηματογράφο, η πρόκληση είναι να βρίσκει τρόπους να ενσωματώνει την ψηφιακή πραγματικότητα χωρίς να χάνει την κινηματογραφική αφομοίωση και την αφηγηματική σαφήνεια. Το μέλλον θα δείξει ποιες φόρμες θα επιβιώσουν: οι πειραματικές, που αναπαριστούν την ψηφιακή εμπειρία σε πρώτο πρόσωπο, ή οι παραδοσιακές, που θα αναζητούν νέες γωνίες για το ίδιο θέμα.

Στο επίπεδο της κοινωνίας, οι συζητήσεις για ιδιωτικότητα, αποδείξεις και ευθύνες στα social media γίνονται όλο και πιο κεντρικές. Αυτές οι ταινίες δεν δίνουν λύσεις, αλλά ανοίγουν ένα πλαίσιο για να σκεφτούμε πώς θέλουμε να ρυθμίσουμε την ψηφιακή μας ζωή και ποιος θα αποφασίζει για το τι είναι κοινό ή ιδιωτικό.

Advertisement